Η έκρηξη της φτώχειας στην πλούσια Δύση μάς υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε ένα φαινόμενο που έμοιαζε εκτοπισμένο στο παρελθόν και στις περιφέρειες του κόσμου. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχουν κυριαρχήσει μέχρι τώρα η αναστάτωση, η αγανάκτηση και η παραίτηση.

Οι νέες μορφές σκλαβιάς –με πρώτη τη δημιουργία χρεών που ενθαρρύνεται από το οικονομικό σύστημα– είναι μπροστά στα μάτια όλων μας. Είτε το χρέος είχε συμφωνηθεί είτε, όπως συμβαίνει συχνότερα, είχε κληρονομηθεί, οι νέοι σκλάβοι συνθλίβονται από το βάρος του παρελθόντος, που δεν τους επιτρέπει να διακρίνουν το μέλλον. Γι’ αυτό δεν προξενεί έκπληξη το ότι η φτώχεια αντιμετωπίζεται πάντοτε όχι μόνον ως στέρηση των υλικών αγαθών. Ο φτωχός, πνιγμένος από την ένδεια, ζει μέσα στο άγχος και την αγωνία. Και αυτή η υπαρξιακή συνθήκη συμβαδίζει με τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ο φτωχός είναι απομονωμένος, κλεισμένος στον εαυτό του, απόβλητος από το μοίρασμα όχι μόνον της ιδιοκτησίας αλλά και της αξιοπρέπειας.

Σήμερα δεν είναι δυνατόν να αγνοούμε πόσο βαθιά φθορά έχει προκαλέσει ο καπιταλισμός στις διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν υπάρχει οικονομία που να μην πρέπει να ανταποκρίνεται στις επιταγές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Προσλαμβάνει έτσι νέα σημασία το ερώτημα για τη φτώχεια που δεν πρέπει να μετριέται μόνο με βάση το εισόδημα. Έτσι η φτώχεια δεν περιορίζεται μόνον στις υλικές ανάγκες της επιβίωσης, αλλά επεκτείνεται στην εκπαίδευση, τη συμμετοχή, την προσωπική ελευθερία, τον σεβασμό της αξιοπρέπειας, το μοίρασμα των κοινών αγαθών. Από αυτή την τελευταία άποψη εγκαλείται1 η ίδια η κοινότητα. Με δυο λόγια, το να είμαστε φτωχοί σημαίνει να μην μπορούμε να ενεργοποιήσουμε τις ικανότητές μας.

Ας μην παραγνωρίζουμε ωστόσο μια περαιτέρω φτώχεια, που είναι πιο δύσκολο να την ορίσουμε, και για τον λόγο ότι διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση: είναι η απουσία αυτού που είχαμε πριν και που τώρα μας λείπει. Αυτή η φτώχεια προκαλεί ταπείνωση, κλονίζει την αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό, αφαιρεί την αξιοπρέπεια. Και υποδουλώνει με τους πιο δόλιους τρόπους.

Οι νέοι φτωχοί τού σήμερα, οι οποίοι ξαφνικά μένουν χωρίς αυτό που είχαν πριν, με πρώτες την εργασία και την κατοικία, πλήττονται από αυτή την «έλλειψη». Ενοχοποιημένοι για την αποτυχία τους, την ίδια στιγμή που παραπέμπονται για βοήθεια σε άλλους, απομονώνονται παράδοξα από όλους τους κοινωνικούς δεσμούς. Η φιλανθρωπία δεν αρκεί. Επειδή δεν αλλάζει τις υπάρχουσες σχέσεις. Έστω και αν ανακουφίζει λίγο από τα βάσανα, αφήνει τον φτωχό μέσα στη φτώχεια του. Η βοήθεια δεν μπορεί όμως να είναι περιστασιακή. Και η υποστήριξη είναι καταστατική υποχρέωση της κοινότητας. Όποιος έχει μείνει μέσα στην ένδεια πρέπει να επανενταχθεί, για να ξαναβρεί την ελευθερία του.

Η υπέρτατη πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης είναι να του προσφερθεί μια θέση εργασίας. Να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της στέρησης σημαίνει να αποκαταστήσουμε τη δυνατότητα του φτωχού να προσφέρει. Υπάρχει πράγματι μια ανθρώπινη αξιοπρέπεια της προσφοράς, που μεταφράζεται σε κοινή ευθύνη για έναν τρίτο. Πριν ακόμα από το μοίρασμα της ιδιοκτησίας, κανείς δεν μπορεί να αποκλείεται από το μοίρασμα αυτής της αξιοπρέπειας. [476]

Ντονατέλα ντι Τσέζαρε (συντάκτης: Θανάσης Γιαλκέτσης), 29/3/2015 (διασκευή)

http://www.efsyn.gr/arthro/antimetopoi-me-ti-ftoheia

Η Ντονατέλα ντι Τσέζαρε είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο «Il Rasoio di Occam».

  1. εγκαλώ: κατηγορώ, καταγγέλλω