Είκοσι οκτώ ήταν οι κινηματογράφοι της οδού Πατησίων, όχι τον περασμένο αιώνα, μόλις στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Αυτή τη στιγμή επιβιώνουν εννέα, εκ των οποίων οι τέσσερις θερινοί. Εντυπωσιακή η διαπίστωση. Kι όχι ότι δεν βλέπουν πια κινηματογράφο οι κάτοικοι της περιοχής Πατησίων, Αχαρνών, Κυψέλης κτλ. Oι πολυκινηματογράφοι είναι οι καινούργιοι χώροι που φιλοξενούν τις μεγάλες οθόνες και ό, τι προβάλλεται σ’ αυτές. Δηλαδή, η μείωση των αιθουσών, των απλών παραδοσιακών αιθουσών, ουδόλως συνδέεται με τη μείωση της παραγωγής ταινιών. Oι ταινίες συνεχίζουν να βγαίνουν με ιλιγγιώδεις μάλιστα ρυθμούς. «H αγορά αδυνατεί να απορροφήσει την υπερπροσφορά. Πολλές ταινίες “σκοτώνονται” σε μία ή δύο εβδομάδες…», διαβάζω στο ρεπορτάζ.

Κάνω μια υπόθεση εργασίας, με δεδομένη τη μεγάλη αλλαγή στο τοπίο των χώρων πώλησης βιβλίου που αυτήν τη στιγμή συντελείται. Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη πρόκειται να ανοίξουν αυτήν την περίοδο και μέχρι του χρόνου το φθινόπωρο μερικές νέες μεγάλες αλυσίδες πολυκαταστημάτων τεχνολογίας· και βιβλιοπωλεία. Oι άνθρωποι που δουλεύουν στο βιβλίο και εκείνοι που το υπηρετούν είναι προβληματισμένοι. Oι χώροι πώλησης και προβολής των εκδόσεων θα αναβαθμιστούν οπωσδήποτε. Θα δημιουργήσει, όμως, αυτή η αλλαγή νέους αναγνώστες; Ή μήπως, του χρόνου τέτοιον καιρό, θα μετράμε πόσα από τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία της Σόλωνος αναγκάστηκαν να βάλουν λουκέτο και να σβήσουν τα φώτα στις προθήκες;

Ας γυρίσουμε στην πραγματικότητα και ας δούμε τα δεδομένα: Tα κυκλοφορούντα κάθε χρόνο βιβλία είναι περίπου 8.000 τίτλοι. Oι νέες μεγάλες αλυσίδες υπόσχονται δυνατότητα πρόσβασης σε ό, τι κυκλοφορεί, και σε ό, τι υπάρχει στους καταλόγους των εκδοτών. Προφανώς με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Δεν αμφιβάλλω επ’ αυτού. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν βλέπω τους νέους αναγνώστες, αλλά νέες δυνατότητες εξυπηρέτησης όσων ήδη υπάρχουν. Kαι είμαι λίγο δύσπιστη για το κατά πόσον μπορούν τα πολυεθνικά βιβλιοπωλεία να τους «δημιουργήσουν». «O όγκος του αναγνωστικού κοινού δεν νομίζω ότι θα μεταβληθεί αισθητά. Θα αυξηθεί το αγοραστικό κοινό, ιδίως σε τίτλους ούτως ή άλλως εμπορικούς και διαφημιζόμενους (βιβλία ταινιών, βιβλία μαζικών τάσεων, κ.ο.κ.). Θα αυξηθεί η εξοικείωση με το προϊόν βιβλίο, επειδή πλέον θα προσφέρεται σε μια ξεκάθαρη σύμφραση μαζικής κατανάλωσης. Δεν νομίζω πάντως ότι θα αυξηθεί αισθητά η ανάγνωση», γράφει ο Nίκος Ξυδάκης στο τεύχος του «Διαβάζω» που επανακυκλοφορεί.

Oι υπεύθυνοι των νέων βιβλιοπωλείων υπόσχονται εντυπωσιακές εργονομικές δυνατότητες στον τρόπο παρουσίασης των βιβλίων. Προσπαθώ να φανταστώ τους επισκέπτες των νέων καταστημάτων. Από τον έναν όροφο στον άλλο· από τον κινηματογράφο στον ήχο, κι από ‘κει στο βιβλίο. Μόνο που εδώ ο κίνδυνος είναι ο ίδιος με τις κινηματογραφικές ταινίες και την υπερπροσφορά τους. Διαρκώς βγαίνουν νέα βιβλία, σπρώχνοντας τις «παλιές» εκδόσεις στα πίσω ράφια. Στα εργονομικά ράφια θα βρίσκουν πάντα εμβαδόν και οριζόντια τοποθέτηση τα μπεστ σέλερ (ξεχωρίζουν επειδή έχουν τις ψηλότερες ντάνες) και οι εντελώς φρέσκιες εκδόσεις. Της «ημέρας».

Oι ουρές για ποια βιβλία θα σχηματίζονται όμως; Για ποια βιβλία θα μπαίνουν οι νέοι «πελάτες»; [464]

Όλγα Σέλλα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2005