Ακόμα και αν δεν υπήρχε η νόσος των πουλερικών είναι σίγουρο ότι οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ θα την είχαν εφεύρει!

Διότι σήμερα ζούμε σε κοινωνίες που προωθούν μια κουλτούρα άγχους και τρέφουν τον πληθυσμό με ένα σταθερό διαιτολόγιο κινδυνολογίας και φυσικών καταστροφών. Αυτό υποστηρίζει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κεντ Φρανκ Φουρέντι (Frank Furendi) στη μελέτη του με τίτλο «Η πολιτική του φόβου: πέρα από την Αριστερά και τη Δεξιά».

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, οι άνθρωποι είχαν το αίσθημα του φόβου. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2.000 ετών, φοβούνταν κυρίως τις υπερφυσικές δυνάμεις. Τον Μεσαίωνα οι εκρήξεις των ηφαιστείων και οι εκλείψεις του ήλιου προκαλούσαν ιδιαίτερο φόβο, γιατί θεωρούνταν σημάδια θεϊκής εκδίκησης.

Όμως, σήμερα, φαίνεται να φοβόμαστε τα πάντα. Ο κίνδυνος ελλοχεύει παντού: τρομοκρατία, εγκληματικότητα, επιδημίες, φυσικές καταστροφές, έκθεση του δέρματος στον ήλιο, υπερθέρμανση της ατμόσφαιρας, μετανάστες, παχυσαρκία, παγκοσμιοποίηση κτλ. Αυτό οφείλεται, σύμφωνα με τον Φουρέντι, κυρίως στο γεγονός ότι υπάρχουν πολλές βιομηχανίες φόβου που συναγωνίζονται ποια θα προωθήσει πιο αποτελεσματικά το προϊόν της: Πολιτικοί, ΜΜΕ, περιβαλλοντικές ομάδες, μη κυβερνητικές οργανώσεις μας τονίζουν συνεχώς ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος που μας απειλεί.

Πολλές φορές, ο κίνδυνος αποδεικνύεται ότι ήταν φούσκα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο περίφημος «ιός των υπολογιστών» που υποτίθεται ότι με την έναρξη της νέας χιλιετίας θα κατέστρεφε ολοκληρωτικά τα προγράμματα χιλιάδων υπολογιστών ανά τον κόσμο. Το μέγεθος της συγχρονισμένη διεθνούς προσπάθειας για να καταπολεμηθεί ο «κίνδυνος» και τα χρήματα που δαπανήθηκαν δεν είχαν προηγούμενο στην ιστορία. Τελικά δεν συνέβη τίποτα…

Σε άλλες περιπτώσεις, τόσο ο υποτιθέμενος κίνδυνος όσο και η αποφυγή του αποτελούν… κίνδυνο. Έτσι, πολλά χρόνια τώρα ακούμε ότι ο ήλιος αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο, ότι προκαλεί καρκίνο του δέρματος και ότι συνεπώς ούτε εμείς ούτε κυρίως τα παιδιά μας θα πρέπει να εκτίθενται στον ήλιο. Όμως αυτό το καλοκαίρι κυκλοφόρησε μια επιστημονική μελέτη στην οποία εκφράζονται ανησυχίες για την παρατηρούμενη αύξηση της έλλειψης βιταμίνης Ε σε παιδιά που δεν έχουν εκτεθεί αρκετά στον ήλιο!

Η κουλτούρα του φόβου δεν αναπτύχθηκε αυθόρμητα. Αντίθετα, σύμφωνα με τον Φουρέντι, έχει πολιτικοποιηθεί συνειδητά. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, ο φόβος έχει χρησιμοποιηθεί ως όπλο από τις κυρίαρχες ελίτ. Από τη μια πλευρά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή μέτρων καταστολής. Από την άλλη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη ενότητας και συναίνεσης.

Πάντως, η πολιτική του φόβου έχει σοβαρές συνέπειες. Παρά το γεγονός ότι προωθείται από πολιτικούς και πολιτικοποιημένες οργανώσεις, στην ουσία σημαδεύει το τέλος της πολιτικής. Η πολιτική αντιπαράθεση πλέον έχει αναχθεί σε μια συζήτηση για τους κινδύνους που πρέπει να φοβόμαστε περισσότερο. Μ’ αυτό τον τρόπο το άγχος μας πολιτικοποιείται και μετατρέπεται σε πολιτική του φόβου.

Η πολιτική του φόβου δημιουργεί ένα αίσθημα ευπάθειας στους πολίτες. Το συνολικό αποτέλεσμα της πολιτικής του φόβου είναι να αυξήσει την αίσθηση της κοινωνίας ότι είναι ευάλωτη σε κάθε είδους κίνδυνο. Όπως παρατηρεί ο Φουρέντι«σήμερα η έκφραση “φοβάμαι” είναι ταυτόσημη με την έκφραση “δεν έχω δύναμη”». Και φυσικά, όσο πιο αδύναμοι αισθανόμαστε, τόσο πιο δύσκολα μπορούμε να αντισταθούμε στην πολιτική του φόβου. [492]

Τάκης Μίχας, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 25/10/2005 (Διασκευασμένο κείμενο).