Το δικαίωμα να εκφράζεσαι στη μητρική σου γλώσσα είναι ένα από τα πιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, αφού η γλωσσική έκφραση είναι κατεξοχήν χαρακτηριστικό της ελευθερίας, της προσωπικότητας και της βαθύτερης υπόστασης του ανθρώπου. Μιλώντας σε μια γλώσσα που δεν είναι μητρικά κατακτημένη έχεις αναπόφευκτες απώλειες, αδυναμίες και κενά στην επικοινωνία σου που έχουν επίπτωση στους σκοπούς που επιδιώκεις επικοινωνώντας και στην όλη εικόνα που σχηματίζει ο άλλος για σένα ως προς τη μόρφωση, την ευφυΐα, τις ικανότητες και την όλη σου προσωπικότητα.

Γι’ αυτό όλο και περισσότερο, από παλιά αλλά προπάντων στις μέρες μας, συζητούνται από κοινού με τα λοιπά ανθρώπινα δικαιώματα ή και αυτοτελώς τα γλωσσικά δικαιώματα του ανθρώπου και οι παραβιάσεις που διαπράττονται σε πολλές χώρες του κόσμου.

Οι παραβιάσεις των γλωσσικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων εμφανίζονται με ποικίλες μορφές και, για ακραίες περιπτώσεις, έχουν επινοηθεί και ειδικοί όροι που τις χαρακτηρίζουν, όπως είναι το γλωσσοκτονία ή το γλωσσικός κανιβαλισμός. Χαρακτηριστική περίπτωση παραβιάσεως των γλωσσικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η πολιτική της Τουρκίας απέναντι στους Κούρδους. Δύο γνωστοί μελετητές, οι R. Phillipson και Τ. Skutnaibb-Kangas, γράφουν (Linguistic Rights and Wrongs, στο περ. Applied Linguistics 16, 1995, σ. 468): «Μια ακραία περίπτωση κράτους-μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης με καθαρώς γλωσσοκτόνο πολιτική είναι η Τουρκία, η οποία απαγορεύει τη χρήση της Κουρδικής γλώσσας. Πρόσφατες «διακοσμητικές» συνταγματικές αλλαγές δεν έκαναν τίποτε για να μειώσουν αυτή την πολιτική, που είναι μέρος μιας κατά τα άλλα αφομοιωτικής και γενοκτόνου πολιτικής απέναντι στους Κούρδους. Οι Κούρδοι είναι σαφές παράδειγμα ενός λαού που υφίσταται σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, λαού για τον οποίο τα γλωσσικά δικαιώματα είναι απαραίτητα για την ίδια την επιβίωσή του».

Στην Ελλάδα η μόνη υπάρχουσα μειονότητα, η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, απολαύει ορθώς των γλωσσικών της δικαιωμάτων όχι μόνο να μιλάει ελεύθερα αλλά και να διδάσκονται τα μουσουλμανόπαιδα στα σχολεία την τουρκική γλώσσα παράλληλα με την επίσημη γλώσσα της χώρας της οποίας είναι πολίτες, την ελληνική γλώσσα.

Διαφορετικά έχει το πράγμα, βεβαίως, με τα Αρβανίτικα ή τα Τσιγγάνικα ή τα Κουτσοβλάχικα ή και τα Σλαβομακεδονικά που μιλιούνται –σε πολύ περιορισμένη κλίμακα– από Έλληνες που μέσα από την προφορική παράδοση μαθαίνουν λέξεις ή φράσεις ή και έναν περιορισμένης χρήσεως κώδικα από τις αντίστοιχες γλώσσες. Είναι πλούτος για μια χώρα όταν οι πολίτες της παράλληλα προς τη μητρική τους γλώσσα, εν προκειμένω την Ελληνική, γνωρίζουν και μίαν άλλη γλώσσα, που έχει προφορικά επιβιώσει στο στόμα μικρού αριθμού Ελλήνων ομιλητών.

Η γνώση των γλωσσικών αυτών μορφών όχι μόνο δεν αποτελεί «απειλή» για την εθνική γλώσσα, αλλά αποτελεί και τμήμα της γλωσσικής ιστορίας των Ελλήνων που πρέπει να μελετάται επιστημονικά και να αντιμετωπίζεται ως κομμάτι της εθνικής κληρονομιάς. Όσοι –ξένοι κυρίως απληροφόρητοι ή παροδηγημένοι– αναζητούν στους γλωσσικούς αυτούς κώδικες εθνικές (!) μειονότητες, βρίσκονται στον ίδιο παραλογισμό όπως αν θεωρούσαμε ελληνική εθνική μειονότητα της Ιταλίας τους ελληνόφωνους Ιταλούς ορισμένων χωριών της Καλαβρίας και της Απουλίας στην Κάτω Ιταλία…

[470]

Γ. Μπαμπινιώτης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 2/3/1997 (Διασκευασμένο κείμενο).