Ιδανικές μορφές γλώσσας δεν υπάρχουν παρά μόνο στα κεφάλια των φιλολόγων. Η γλώσσα δεν φτιάχνεται από κάποιους ειδήμονες. Εξελίσσεται διαρκώς εμπλουτιζόμενη με καινούργιες λέξεις που γεννιούνται από τις νέες συνθήκες ζωής. Στο μοναδικό κριτήριο που υπακούει είναι το κριτήριο της χρησιμότητας, στο όποιο, φυσικά, δεν υπακούει η τέχνη. Η λογοτεχνία μεταχειρίζεται σαν πρώτη ύλη τη γλώσσα της καθημερινής ζωής και παράγει αισθητικό αποτέλεσμα. Η λογοτεχνική γλώσσα δε μιλιέται. Στην καθημερινότητα δεν έχει νόημα ένας τρόπος ομιλίας που δε με βοηθά να γίνω άμεσα κατανοητός.

Μπορούμε να κάνουμε λόγο, λοιπόν, για κρίση αξιών, αλλά όχι για κρίση της γλώσσας, της ελληνικής, της αγγλικής, της γαλλικής ή των Εσκιμώων. Αν ένας πολιτισμός βρίσκεται σε κρίση, αυτή η κρίση μοιραία θα εκφραστεί και στη γλώσσα διχάζοντάς την. Από τη μια, η παραδεκτή καθομιλουμένη που έπαψε να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα κι από την άλλη η απαράδεκτη άρνησή της.

Όμως, με την τρομακτική εξάπλωση των μαζικών μέσων ενημέρωσης έχει συμβεί μια ριζική αλλαγή. Οι σύγχρονοι άνθρωποι δε μιλάνε: Κοιτάζουν. Και όποτε ανοίγουν το στόμα τους, πετάνε κλισέ,1 πανομοιότυπες εκφράσεις-κλειδιά που παραπέμπουν σε «έτοιμες» εικόνες κωδικοποιημένες μέσα τους από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Θυμάστε εκείνους τους σοφούς που σατιρίζει ο Σουίφτ στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ», που ισχυρίζονταν ότι η ομιλία κάνει κακό στην υγεία και πρότειναν αντί να μιλούν οι άνθρωποι, να κουβαλάει καθένας μαζί του ένα σακί μ’ ένα σωρό αντικείμενα και όταν θέλει να πει κάτι να γίνεται αντιληπτός ανασύροντας από τη σακούλα τα ανάλογα πράγματα που θα κάνουν σαφές αυτό που έχει στο νου του; Κάτι τέτοιο μοιάζει να γίνεται τώρα με τον πληθωρισμό των εικόνων που είχε συνέπεια το κραχ του Λόγου. Μόνο που δεν είναι απαραίτητο να κυκλοφορούμε φορτωμένοι με γεμάτες σακούλες. Έχουμε όλο τον κόσμο σε εικόνες μες στο κεφάλι μας και σε λίγο θα ’χουμε κι ολόκληρη την ανθρώπινη γνώση στο τσεπάκι μας, αφού οι γιαπωνέζοι βάλθηκαν να χωρέσουν ό,τι ξέρει και δεν ξέρει η Ανθρωπότητα σ’ ένα μικροτσίπ στο μέγεθος σπιρτόκουτου.

Η πραγματικότητα είναι η πραγματικότητα των εικόνων. Ο κόσμος ιδωμένος με τα μάτια της τεχνολογίας. Η κοινή καθομιλουμένη, με το λεξιλόγιο, το συντακτικό και τους ρυθμούς της, δεν είναι πια σε θέση να μιλήσει στην καρδιά του σύγχρονου άνθρωπου. Κι αυτός, με το βλέμμα του καρφωμένο στο βάθος της Εικόνας ενός κόσμου κομμένου και ραμμένου στα μέτρα της μηχανής, διαπιστώνει πως δεν υπάρχει κανένα νόημα.

Νιώθοντας εξουθενωμένος και δίχως μοίρα στον ήλιο της τεχνολογίας, βρίσκει πως οι διάφορες αργκό εκφράζουν πολύ καλύτερα την ψυχολογία του, ψυχολογία περιθωριοποιημένου ατόμου. Η διάδοση της αργκό, γλώσσας, που λέει τα πράγματα με τ’ όνομα τους, είναι μια ενστικτώδης διαμαρτυρία κατά της διαφημιστικής εξουσιαστικής γλώσσας,

H εικόνα όμως μπορεί κάλλιστα να σταθεί και χωρίς λόγια. Ο Λόγος έχει περιοριστεί στο αναγκαίο ποσοστό που απαιτείται για την ενεργοποίηση των εικόνων. Η λεκτική επικοινωνία συντελείται στη βάση του «δεν έχουμε να πούμε τίποτα». Όλα έχουν ειπωθεί και κυρίως όλα έχουν ειδωθεί. Τα πάντα είναι οφθαλμοφανή, τα πάντα είναι φως φανάρι. [520]

Διονύσης Μενίδης, Μένιος Κουμανταρέας, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, τόμος 2, τ. 27, 1986 (Διασκευασμένο κείμενο).

 

  1. κλισέ: στερεότυπος τρόπος έκφρασης ή συμπεριφοράς, που έχει χάσει το περιεχόμενό του εξαιτίας της υπερβολικής χρήσης.