Βουτιά στο οικογενειακό παρελθόν μου. Την έκανα πρόσφατα με τη βοήθεια κάτι παλιών, ξεχασμένων φωτογραφιών. Μακρινοί πρόγονοι, θείοι και θείες, συγγενείς, γείτονες, φίλοι. «Δικοί μου» άνθρωποι που δεν τους γνώρισα ποτέ. Αλλά και οι γιαγιάδες μου και οι παππούδες μου, που τους θυμάμαι, απαθανατισμένοι στα πρώτα νιάτα τους. Αγέλαστες, μελαγχολικές κυρίες με καπέλα, μακριές φούστες και μεταξωτά πουκάμισα που κουμπώνουν αυστηρά γύρω από τον λαιμό ποζάρουν μπροστά σε ζωγραφισμένα τοπία. Κύριοι σοβαροί με καγκελωτά μουστάκια υποκρίνονται ότι παίζουν σκάκι ή επιδίδονται σε… παρεξηγήσιμες σήμερα αγκαλιές διά των οποίων αποθεώνουν την ανδρική φιλία. Το έχουν σημειώσει εξάλλου στο πίσω μέρος της φωτογραφίας-καρτ ποστάλ με αριστοτεχνική καλλιγραφία: «Εις τον αγαπητόν μας εξάδελφον Ιωάννην, ενθύμιον της αλησμονήτου φιλίας μας, Τζώρτζης και Ασημάκης».

Δυστυχώς δεν πρόλαβα. Έπρεπε να είχα ασχοληθεί με τον μικρό αυτόν θησαυρό όσο βρισκόταν εν ζωή η γιαγιά μου, η μοναδική που μπορούσε να μιλήσει λεπτομερώς για τον καθέναν από τους αγνώστους που ποζάρουν, να ενώσει το παρόν με το παρελθόν, να με ταξιδέψει στις ρίζες μου. Τώρα προσπαθώ να συμπληρώσω το παζλ ρωτώντας εκείνους που οριακά πρόλαβαν να γνωρίσουν τους νέους που ποζάρουν. Άλλος θυμάται, άλλος δεν θυμάται καθόλου. Ονόματα, ιδιότητες και συγγενικές σχέσεις μπλέκονται. Από το μωσαϊκό της οικογενειακής ιστορίας λείπουν ψηφίδες που κανένας δεν θα μπορέσει να αποκαταστήσει. Ένα ασπρόμαυρο κάδρο που σε καλεί να μπεις μέσα του για να ακούσεις τις κουβέντες τους, να γνωρίσεις τον «δάσκαλο» και τον «καλλιτέχνη» για τους οποίους έχεις ακούσει τόσες ιστορίες…

Αποφάσισα να περάσω στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου τις φωτογραφίες που διηγούνται την ιστορία της οικογένειάς μου. Για να τις διασώσω από τον χρόνο. Να τις διασώσω και να τις παραδώσω πού; Πουθενά. Αμφιβάλλω αν κάποιος από τους δικούς μου απογόνους θα δείξει ενδιαφέρον γι’ αυτές τις ρετρό παλιατζούρες. Για ποιον λόγο να ασχοληθούν οι επόμενες γενεές με μια προγιαγιά που δεν γνώρισαν ποτέ; Πώς μπορούν τα παιδιά της ψηφιακής φωτογραφίας να εκτιμήσουν αυτά τα με τόση προσοχή και επιμέλεια στημένα ενσταντανέ1 τη στιγμή που στον δικό τους κόσμο το φωτογραφίζειν διά του κινητού τηλεφώνου είναι μια κίνηση ρουτίνας και σχεδόν ασυναίσθητου αυτοματισμού; Και όταν στη στιγμή αναρτούν τις φωτογραφίες τους σε Facebook και Twitter, κοινοποιώντας σε όλους, σε γνωστούς αλλά και σε αγνώστους, τη στιγμή, την παρέα, το συναίσθημα, πώς αλήθεια μπορούν να νιώσουν τη συγκίνηση της προσωπικής ανάμνησης την οποία ξυπνάει μέσα μου το ξεφύλλισμα παλιών άλμπουμ;

Με την καθοριστική συμβολή του Διαδικτύου, η προσωπική ανάμνηση χάνει την αξία της και μετατρέπεται σε συλλογική, την οποία χαζεύουν όλοι αλλά δεν αφορά σχεδόν κανέναν. Γι’ αυτό οι φωτογραφίες που «ανεβάζω» περιλαμβάνουν μόνο τοπία από τα ταξίδια μου. Τους ανθρώπους επιλέγω να μην τους εκθέτω. Την εικόνα τους (αποτυπωμένη όχι πια στο χαρτί αλλά στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου) την κρατώ αποκλειστικά για εμένα. Είχα διαβάσει κάποτε για κάτι φυλές που δεν θέλουν να τις φωτογραφίζεις γιατί θεωρούν ότι τους κλέβεις την ψυχή. Δεισιδαίμων δεν είμαι, όμως στις φωτογραφίες εξακολουθώ να βλέπω τις ψυχές των ανθρώπων. Μου εμπνέει σεβασμό η στιγμή (μια στιγμή ζωής) που έχει διασωθεί με το κλικ της κάμερας. Γι’ αυτό αποφεύγω την από Διαδικτύου διασπορά της. Γι’ αυτό τώρα προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη τα ενθυμήματα που κατατσαλακωμένα και κακοπαθημένα έφτασαν στα χέρια μου, στα τελευταία υποθέτω χέρια που θα τους φερθούν με τρυφερότητα. Δεν το κάνω από υποχρέωση, ούτε σαν χόμπι. Το κάνω σαν να μετράω ευλαβικά απουσίες. Σαν, ας πούμε, να προσεύχομαι… [561]

Κοσμάς Βίδος, BHmagazino, 20/7/2014 (Διασκευασμένο κείμενο). 

  1. ενσταντανέ: στιγμιότυπο