Ακόμη και ο πιο φιλόδοξος φιλοσοφικός στοχασμός στέκεται με αμηχανία μπροστά στο αντιθετικό δίπολο εργασίας-τεμπελιάς, αδυνατώντας να συμπεράνει σε ποιο μέρος βρίσκεται η φύση του καλού και σε ποιο του κακού. Κι ακόμη περισσότερο, τόσο η εργασία όσο και η τεμπελιά αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις κοινωνικής συμπεριφοράς. Όταν η μία εγκωμιάζεται ως αρετή, η άλλη αφορίζεται ως ψυχοπαθολογική εκτροπή και αντίστροφα: όταν η εργασία νοείται ως «ανελεύθερη και πρόστυχη τέχνη» Κικέρων, De Officiis), τότε η τεμπελιά αναδύεται ως «αξιοπρεπής αργία» και ως ένας τρόπος ζωής που ορίζεται «από τη γλυκιά απόλαυση να μην κάνεις τίποτε» (Κικέρωνα Pro Sestio και Βιργιλίου Eclogues). Αντίθετα, όταν η εργασία ερμηνεύεται ως εικόνα της δραστηριότητας του Θεού (Θωμάς Ακινάτης), τότε η αργία της τεμπελιάς μεταπίπτει σε μια παρά φύσιν κατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Αν και δεν απαιτείται ιδιαίτερη μελέτη για να διαπιστωθεί πόσο βαθιά αρνητική σημασία είχε η έννοια της «εργασίας» σε όλους τους πολιτισμούς, όλων των εποχών, χρειάζεται εξαιρετική προσοχή για να εντοπιστεί το είδος της «τεμπελιάς» που θεωρήθηκε αρετή. Έτσι, ενώ οι ορισμοί της εργασίας είναι πολλοί και καλύπτουν όλο το φάσμα των επιστημών, οι ορισμοί της «τεμπελιάς» περιορίζονται κυρίως στο πεδίο των ψυχοπαθολογικών ερμηνειών. «Η τεμπελιά είναι μια κωμωδία στην οποία όλοι μας έχουμε ένα ρόλο, ένα διαυγές λιβάδι ηλιόλουστων λουλουδιών όπου τα ανυπόταχτα χρώματα του Σύμπαντος χορεύουν στους ρυθμούς του ανέμου», γράφει κάποιος ανώνυμος του περασμένου αιώνα, προσπαθώντας να φωτίσει το θολό τοπίο των οριζόντων της τεμπελιάς.

Γι’ αυτό η εργασία χρειάστηκε τη θρησκευτική συνδρομή για να εξαγνιστεί από το πολύ κακό παρελθόν της, καθώς ήταν συνώνυμη με τις έννοιες του μόχθου που τη χρέωνε μόνο στους ανελεύθερους, στους δούλους και στους ακαλλιέργητους ανθρώπους, για τους οποίους η εργασία απαιτούνταν μόνο για χάρη του οικονομικού της σκοπού και όχι για την ηθική τους βελτίωση ή ενασχόληση. Η εργασία ως αρετή αναδύθηκε πολύ αργότερα και είναι αποφασιστική η συμβολή του Αυγουστίνου, εκεί στα τέλη της αρχαιότητας, που διατύπωσε την ιδέα της «αξιοπρεπούς χειρωνακτικής εργασίας».

Σ’ ένα πολιτιστικό περιβάλλον που διέδιδε ότι ένας τεμπέλης δεν μπορεί να είναι ευσεβής, απαιτήθηκε αυτή η ηθικολογική άποψη της εργασίας ώστε η τεμπελιά να εξοβελιστεί στο έρεβος των αμαρτημάτων.

Μέσα από το θείο προφίλ της, σταδιακά η εργασία εξελίχθηκε σε βασικό παράγοντα της παραγωγής και της οικονομίας πότε μέσα από τον ορθολογισμό της Αναγέννησης πότε μέσα από τις αστικές επαναστάσεις και πότε μέσα από τις μεγάλες οικονομικές θεωρίες. Η εμφάνιση Συνταγμάτων στα αναδυόμενα κράτη διατύπωσε και το δικαίωμα στην εργασία, ενώ παράλληλα συγκροτήθηκε νέος επιστημονικός τομέας με αντικείμενο τη στάση του εργάτη απέναντι στην εργασία. Σε όλη αυτή τη δραματική αναζήτηση μιας απάντησης στην απορία γιατί η εργασία είναι μόχθος, ακούστηκαν από αφελείς δοξασίες ότι η φύση της εργασίας είναι το σύμπτωμα της προόδου μέχρι μηδενιστικές εκτιμήσεις για την κουλτούρα και τον πολιτισμό.

Τελικά όμως όλοι συμφωνούν ότι η τεμπελιά –αντίθετα με την εργασία– είναι το έπαθλο ενός παραδείσου. [469]

Αχιλλέας Φακατσέλης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Αφιέρωμα, 7/8/2001 (Διασκευασμένο κείμενο).