Η αντίληψη πως στον κόσμο υπάρχει μια ιεραρχία, στο υπέρτατο σκαλί της οποίας βρίσκεται ο άνθρωπος, είναι κυρίαρχη από την αρχαιότητα. Οι πρώτες νομοθεσίες θεωρούν τα ζώα κτήμα του ανθρώπου και ως εκ τούτου δεν θεωρούν άδικο να τους φέρεται κανείς όπως στα πράγματα. Με την επιστημονική εξέλιξη, και κυρίως μετά το έργο του Δαρβίνου «Η καταγωγή των ειδών», φανερώθηκε η πλάνη αυτής της αντίληψης. Όμως ο αναχρονισμός στο Δίκαιο παραμένει.

Πριν από 2.300 χρόνια ο Αριστοτέλης έγραφε ότι οι άντρες είναι εκ φύσεως (φύσει) ανώτεροι από τις γυναίκες και οι σκλάβοι ζουν για χάρη των κυρίων τους. Έναν αιώνα αργότερα ο στωικός Χρύσιππος ισχυριζόταν ότι τα άλογα και τα βόδια υπήρχαν για να δουλεύουν για τους ανθρώπους και οι χοίροι για να ευφραίνουν τους ουρανίσκους μας. Αιώνες αργότερα, το 1582 μ.Χ. στη Δύση διατυπωνόταν η άποψη πως οι πίθηκοι και οι παπαγάλοι βρίσκονται στη γη μόνο για να μας κάνουν να γελάμε. Λίγο πριν από τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο η κίτρινη φυλή χαρακτηρίστηκε ως «φύσει κατώτερη, ανίκανη για πρόοδο πέρα από κάποιο ορισμένο σημείο», ενώ δυο χρόνια αργότερα οι μαύροι θεωρήθηκαν «όντα χωρίς κανένα δικαίωμα που να έχουν οι λευκοί υποχρέωση να σεβαστούν».

Η πρώτη φορά που αναγνωρίστηκε πως τα ζώα έχουν, έστω και μερικώς, δικαιώματα, ήταν στις ΗΠΑ το 1641, όταν ο λόρδος Erskine κατηγόρησε ως απαράδεκτη τη βαναυσότητα με την οποία μεταχειρίζονταν οι άνθρωποι τα ζώα. Ωστόσο την τομή για τη θέση τους μέσα στον κόσμο έφερε μόνο ο Δαρβίνος. Μπορεί ήδη κάποιοι μεσοποτάμιοι λαοί να είχαν υποστηρίξει πως η φύση ήταν ολοκληρωμένη πριν από την έλευση του ανθρώπου στη γη ‒μπορεί κάποιοι στωικοί να αναγνώριζαν την ισότητα ανδρών και γυναικών, δούλων και ελεύθερων‒ μπορεί το Ιουστινιάνειο Δίκαιο να είχε υποστηρίξει πως τα άγρια ζώα δεν ανήκουν σε κανέναν και ζουν ελεύθερα. Όμως όλα αυτά έμεναν κενά γράμματα, χωρίς πρακτική εφαρμογή, πριν από την από «Καταγωγή των ειδών» του Καρόλου Δαρβίνου, με την οποία αποδείχτηκε πλέον και επιστημονικά πως η ιεραρχία των ειδών είναι ένας μύθος, πως δεν υπάρχουν ανώτερα και κατώτερα είδη και πως το καθένα είναι κατάλληλο για το περιβάλλον στο οποίο ζει.

Όμως το σύγχρονο Δίκαιο δεν μοιάζει να λαμβάνει και πολύ υπόψη του τα νέα επιστημονικά δεδομένα. Εξακολουθεί να βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο Ρωμαϊκό Δίκαιο, το οποίο διακρίνει τα πρόσωπα από τα πράγματα και τις πράξεις και κατατάσσει τους δούλους, τις γυναίκες, τα παιδιά, τους τρελούς και τα ζώα στην κατηγορία του πράγματος (res). Το σύγχρονο Δίκαιο εξακολουθεί να είναι αναχρονιστικό και δυσκολεύεται να ξεφύγει από την άποψη του Χομπς που θεωρούσε ότι άνθρωποι και ζώα μπορούν να αλληλοσκοτώνονται χωρίς αυτό να θεωρείται άδικο, αφού «τα ζώα θα μείνουν για πάντα στη φυσική τους κατάσταση, επειδή δεν έχουν λογικό, ούτε καταλαβαίνουν τη γλώσσα και το δίκαιο». Δεν πρέπει επιτέλους να ξεπεραστεί αυτός ο αναχρονισμός; [462]

Μαρία Βραχιονίδου, ΤΑ ΝΕΑ , 12/8/2000, Σελ.: R20, Κωδικός άρθρου: A16816R201 ID:227253 (Διασκευασμένο κείμενο).