Οι αρχαίοι φιλόσοφοι πίστευαν ότι όλα τα ζώα έχουν πλαστεί σ’ αυτόν τον πλανήτη για χάρη του ανθρώπου. Οι αρχαίοι νομικοί ισχυρίζονταν ότι το δίκαιο είναι προνόμιο του ανθρώπινου γένους. Αντίστοιχες απόψεις διατύπωσαν και όλες οι μονοθεϊστικές θρησκείες. Από τότε έγιναν τρομακτικές επαναστάσεις στη φιλοσοφία και στην επιστήμη και χιλιάδες αντιλήψεις έχουν ανατραπεί. Τίποτα δεν άλλαξε όμως στο νομικό καθεστώς των ζώων. Όπως οι Αθηναίοι περνούν δίπλα από τον Παρθενώνα χωρίς να ρίχνουν δεύτερη ματιά, θεωρώντας την ύπαρξή του αυτονόητη, έτσι και το τείχος που χωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα έχει καταντήσει να μας φαίνεται αυτονόητο και αόρατο.

Ο Στίβεν Γουάιζ,1 με το βιβλίο του «Τραντάζοντας το κλουβί», προσπαθεί να το γκρεμίσει. Πιστεύει ότι οι δύο βασικές αξίες της ισότητας και της ελευθερίας, οι ακρογωνιαίοι αυτοί λίθοι του Δικαίου, απαιτούν την καταστροφή αυτού του τείχους. Ενός τείχους τόσο αυθαίρετου και άδικου, που τα θεμέλιά του τρίζουν. Μετά την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι τα στεγανά ανάμεσα σε ανθρώπους και πιθήκους είναι δεδομένα ή ότι η διαφορά είναι ποιοτική και όχι απλώς ποσοτική. Εξάλλου, το 98,3% του γονιδιακού υλικού των δύο ειδών είναι κοινό. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και άνθρωποι ‒όπως κάποιοι με σοβαρές σωματικές και πνευματικές αναπηρίες, σε κωματώδη κατάσταση ή νεογέννητα και έμβρυα‒ που, ενώ σαφώς δεν μπορούν να αυτοπροσδιοριστούν, εξακολουθούν να θεωρούνται νομικά πρόσωπα. Ο Γουάιζ λοιπόν διεκδικεί αυτό το καθεστώς νομικού προσώπου και όχι πράγματος και για κάποια ζώα όπως οι πίθηκοι και οι χιμπατζήδες. Γιατί χωρίς αυτό το καθεστώς κανείς δεν μπορεί να έχει νομικά δικαιώματα· είναι απλώς ανύπαρκτος για τον νόμο· είναι νεκρός.

Η ζωή, η ελευθερία, ο πόνος αυτών των όντων συστηματικά και εσκεμμένα αγνοείται, ποδοπατείται, κακοποιείται. Κάποια από αυτά πεθαίνουν σε ιατρικά εργαστήρια, όπου χρησιμοποιούνται ως πειραματόζωα. Όπως ο Τζέρομ, ένας χιμπατζής που πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή του κλεισμένος μόνος του σε ένα μικρό, σκοτεινό και υγρό κελί, προτού πεθάνει από AIDS, ύστερα από τις συνεχόμενες μολύνσεις στις οποίες σκόπιμα εκτέθηκε με τρία διαφορετικά είδη του ιού χάριν των ανθρώπων. Άλλα ζώα καταλήγουν σε τσίρκο, φυλακισμένα σε σπίτια ως χαριτωμένα κατοικίδια ή, ακόμα χειρότερα, στα τραπέζια κάποιων πλουσίων σε χώρες της Αφρικής ως εκλεκτό έδεσμα.

Δεν έλειψαν βέβαια και οι επικριτές των απόψεων του Γουάιζ. Αυτοί που πιστεύουν πως το γεγονός ότι όλα τα πλάσματα με ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα μπορούν να νιώσουν πόνο και χαρά δεν δικαιολογεί και την αξίωση να έχουν ίσα δικαιώματα με τον άνθρωπο. Θα ήταν παράλογο, υποστηρίζουν, να βάλει κανείς έναν σκύλο του δρόμου στην ίδια μοίρα με τον αδελφό του! Άλλοι θεωρούν πως η μεγάλη ποσοτική διαφορά ανάμεσα στα είδη συνιστά εν τέλει και ποιοτική διαφορά, και είναι αυτή που μετατρέπει τον άνθρωπο σε κυρίαρχο είδος στη Γη. Ωστόσο, οι περισσότεροι έχουν να κάνουν θετικά σχόλια για το βιβλίο του Γουάιζ. Η Τζέιν Γκούνταλ, η γνωστή συγγραφέας, της οποίας η ζωή με τους γορίλες στην Αφρική έγινε ταινία, προλογίζοντας το βιβλίο, το αποκαλεί «Magna Carta» των δικαιωμάτων των ζώων και θεωρεί ότι το βιβλίο ανοίγει πλέον επίσημα τη συζήτηση γι’ αυτά. [501]

Μαρία Βραχιονίδου, ΤΑ ΝΕΑ , 12/8/2000  (Διασκευασμένο κείμενο).

  1. Στίβεν Γουάιζ: καθηγητής του Δικαίου των Ζώων στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.