Το ελληνικό κράτος γεννήθηκε πριν από εκατόν ογδόντα περίπου χρόνια, μέσα σε πολλές συγκρούσεις. Το αποδεικνύουν οι τρεις εθνοσυνελεύσεις και οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι που χρειάστηκε να γίνουν μέσα στα έξι χρόνια που κράτησε ο Αγώνας, από το 1821 έως το 1827. Συγκρούσεις (αναίμακτες) ανάμεσα στις ξένες δυνάμεις που ήθελαν να ελέγξουν τον Αγώνα ή να επωφεληθούν από την έκβασή του, συγκρούσεις (και αιματηρές) ανάμεσα στους προκρίτους και τους οπλαρχηγούς, ανάμεσα στους Μοραΐτες, τους Ρουμελιώτες και τους νησιώτες. O τοκετός ήταν δύσκολος, προπάντων γιατί οι τοπικές και οι κοινωνικές διακρίσεις έφεραν σε δεύτερη μοίρα το συνεκτικό στοιχείο της εθνικής συνείδησης.

Πέρα από τις συγκεκριμένες ορατές συγκρούσεις, κρίσιμη σημασία είχε μια άλλη που αφορούσε τα πιο βαθιά γνωρίσματα του κράτους που πήγαινε να ιδρυθεί, ίσως και την ίδια την πνευματική ταυτότητα των πολιτών του. Για μερικούς, το όραμα ήταν να καταλυθεί η οθωμανική κυριαρχία, να ελευθερωθούν οι Έλληνες από τον ξένο ζυγό και να διατηρηθεί η δομή της κοινωνίας και του κράτους όπως ήταν, με τους θεσμούς της, το δίκαιο, τις κοινότητες, τον τοπικισμό, τους τοπικούς άρχοντες, τον ρόλο της Εκκλησίας –παραδόσεις αιώνων ελευθερωμένες πια από τους Τούρκους. Για άλλους, το όραμα εμπνεόταν από τα νεότερα εθνικά κράτη της Ευρώπης, με τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, τα ατομικά δικαιώματα, το δημοκρατικό Σύνταγμα και το κράτος δικαίου –μια εκσυγχρονιστική επαναστατική τομή. Από τη μια μεριά η παράδοση, από την άλλη η δυτικότροπη ανανέωση.

Oπως ήταν αναμενόμενο, η σύγκρουση αυτή έληξε με συνάντηση κάπου στα μισά του δρόμου, με συμβιβαστικά ημίμετρα. Δηλαδή δεν έληξε ποτέ και, κατά κάποιο τρόπο, συνεχίζεται ακόμα με όσες αναπόφευκτες μεταβολές των δεδομένων έχουν προκαλέσει οι ιστορικές εξελίξεις. Ακόμα οι Έλληνες αναζητούμε την ταυτότητά μας ανάμεσα στο δυτικό παράδειγμα και την τοπική παράδοση, ανάμεσα στον Λόγο και το Βίωμα. Αν θέλαμε να αναζητήσουμε ιστορικά προηγούμενα, πάντα κατά προσέγγιση και χωρίς απόλυτες ταυτίσεις, θα λέγαμε ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο.

Το φαινόμενο δείχνει την επιβίωση και αναβίωση του συνειδησιακού διπολισμού που χαρακτηρίζει την Ελλάδα από την εποχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους. Για ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων, καθοριστική για τη συνείδησή τους είναι η βυζαντινή παράδοση. O δικέφαλος αετός είναι μια δεύτερη σημαία πρόθυμη να συνοδεύει την ελληνική, να την καθοδηγεί και να της παραστέκεται, αλλά έτοιμη και να κονταροχτυπηθεί μαζί της αν φανούν κάπου να χωρίζουν οι δρόμοι τους. Για ένα άλλο μέρος Ελλήνων, το κράτος ως κράτος δεν έχει σχέση με τις όποιες παραδόσεις παρά στο μέτρο που αυτές ελέγχονται και γίνονται αποδεκτές από τον φωτισμένο Λόγο, η πίστη είναι ιδιωτική υπόθεση του καθενός ‒το έθνος, η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα πορεύονται με μια και μόνο σημαία.

Εκείνο που πάντως δυσκολεύει αυτήν τη συμβίωση είναι ότι η διαμάχη των δύο κατευθύνσεων της νεοελληνικής συνείδησης, που υπάρχει από χρόνια, και έχει στις μέρες μας, από τη μια πλευρά, περιβληθεί τον επικίνδυνο μανδύα του θρησκευτικού φανατισμού. Και είναι γνωστό ότι ο μανδύας αυτός είναι στεγανός, αδιαπέραστος από κάθε λογικευόμενη επιχειρηματολογία.

Και όμως, κανάλια συνεννόησης πρέπει να βρεθούν. Αλλιώτικα, η τωρινή διχόνοια μπορεί να γίνει χειρότερη από κάθε προηγούμενη. [500]

Γεώργιος Kουμάντος, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1/12/2002 (Διασκευασμένο κείμενο).