Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο νεαρός φιλόσοφος Ανρί Λεφέβρ ονειρευόταν το νησί της Σοφίας. Λογάριαζε να αγοράσει ένα μικρό ακατοίκητο νησί στη Γαλλία, ανοιχτά της Bρετάνης, και να το μετατρέψει σε κέντρο φιλοσοφικού στοχασμού και θεωρητικής έρευνας. «Δεν ήθελα να κάνω ένα νησί της ευτυχίας ή της αγάπης, αλλά ένα νησί της μαχητικής σκέψης», λέει στην «Εποχή της περιφρόνησης», ένα ελεύθερο έδαφος «για τους κατατρεγμένους όλου του κόσμου».

Στα τέλη του 2004, οργανώθηκε στο Τορόντο το πρώτο «Φεστιβάλ Μάρσαλ Μακ Λούαν» προς τιμήν του διάσημου Καναδού επικοινωνιολόγου, του νονού του «παγκόσμιου χωριού». Σκοπός αυτής της γιορτής ήταν να μετατραπεί το Τορόντο σε μια «πόλη που σκέφτεται», κάτι που για πολλούς φάνηκε εξ ίσου ουτοπικό με το σύνθημα «Ειρήνη στη Μέση Ανατολή» ή «Κατάργηση της φτώχειας». Και όπως λέει ο γιος του μακαρίτη Μακ Λούαν, ο Έρικ, «αν ο πατέρας μου μάθαινε γι’ αυτό το φεστιβάλ, θα ευχόταν να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί». Φαν κλαμπ του Μακ Λούαν; Ο καθηγητής, σταρ της ποπ κουλτούρας; Συνέδρια και χάπενινγκ, μπίρες και πανηγύρια; Αδιανόητο.

Από την ουτοπία στην πράξη; Όχι ακριβώς. Tα απραγματοποίητα σχέδια για ένα μη-μαγικό νησί καταστρώνονταν στο απόγειο του μοντερνισμού, στην εποχή της έκρηξης των καλλιτεχνικών πρωτοποριών. Σε μια εποχή τεχνολογικού πρωτογονισμού (σε σύγκριση με το σήμερα), κάποιοι ζητούσαν τον ουρανό με τα άστρα. Όμως το θεσμοποιημένο «δεκαήμερο Mακ Λούαν» είναι μια αμυντική κίνηση για λίγα ψίχουλα σκέψης σε μια εποχή έξαρσης του ανορθολογισμού και των ποικίλων φονταμενταλισμών,1 σε μια εποχή αμφισβήτησης ακόμα και των κατακτήσεων του Διαφωτισμού. Tο αυτονόητο, αυτό που καθορίζει το είδος μας, γίνεται εξαίρεση και είδος πολυτελείας.

Σήμερα ο καθένας θα μπορούσε να γίνει κάτοικος του νησιού της Σοφίας ή της πόλης που σκέφτεται. Ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν διέθετε τόσα εργαλεία για να καταργηθούν η φτώχεια, η αμάθεια, ο σκοταδισμός και η μισαλλοδοξία. Ποτέ άλλοτε τα προϊόντα της κουλτούρας δεν ήταν τόσο προσιτά: πληρώνοντας λιγότερο από ό,τι για μισό κιλό γαύρο, βλέπουμε σε dvd μια ταινία του Βισκόντι, ενώ όλον τον Σαίξπηρ μπορούμε να τον «σκρολάρουμε» στην οθόνη του υπολογιστή μας. Όμως, πού θα βρούμε τον ελεύθερο χρόνο γι’ αυτές τις «ευγενείς» δραστηριότητες και, το κυριότερο, μέσα σε ποιο περιβάλλον θα τις ασκήσουμε όταν μας συνθλίβουν δεκάδες «πρέπει» και υποχρεώσεις, με ποιους θα συζητήσουμε τα ερωτήματά μας και τις μικρές ανακαλύψεις μας χωρίς να θεωρηθούμε πληκτικά και αυτάρεσκα ψώνια;

H εκλαΐκευση της τεχνολογίας, η ευκολία πρόσβασης στη γνώση και στην τέχνη δεν γλυκαίνει, δεν βαθαίνει την καθημερινή ζωή. Όσοι νέοι δρόμοι και αν ανοίγονται, «όσα άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε», άρματα εικονικά αλλά και πραγματικά. Tα νησιά της Σοφίας καταποντίζονται πριν καν αναδυθούν, ενώ οι εμπόλεμες πόλεις δεν έχουν καρδιά και κουράγιο να σκεφτούν, μόνο να επιβιώσουν, να κερδίσουν μια «ψευδοζωή που πιστεύει ότι αγγίζει τα σύννεφα ανεβασμένη πάνω σ’ ένα ηλεκτρικό ψυγείο», όπως έλεγε ο Άρθουρ Μίλερ αναφερόμενος στον «Εμποράκο» του. Ο, τι μας εξανθρωπίζει, ό,τι μας κατεβάζει από το ψυγείο, έχει γίνει κάτι σαν το εξοχικό στη Λούτσα που οι Αθηναίοι το επισκέπτονται μόνο στις αργίες. [500]

Mαριάννα Tζιαντζη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/2/2005

  1. φονταμενταλισμός: η τυφλή προσκόλληση σε συντηρητικές θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις  του παρελθόντος, που λειτουργούν ως μέσο αντίστασης σε κάθε ενδεχόμενη αλλαγή.