Δίχως πολέμους, πολυβόλα, τουφέκια, υποβρύχια, κανόνια, θωρηκτά, Ιάπωνες και Γερμανούς, το Xόλιγουντ δεν θα ήταν πολλά πράγματα. O πόλεμος υπήρξε η μεγαλύτερη επένδυση του αμερικανικού κινηματογράφου, κυρίως ο B΄ Παγκόσμιος, ο πόλεμος αυτός που δίνει τη δικαιολογία στους καλούς να σκοτώνουν τους κακούς και επιτρέπει στη βία να γίνεται όχι μόνο πατριωτική αλλά και ευχάριστη και αποδοτική. Υπάρχουν όλων των ειδών πολεμικές ταινίες, τον τύπο όμως καλύτερα εκφράζει η ταινία με μάχες, στρατιώτες, που εφορμούν ή αντιστέκονται, και στρατηγούς που δίνουν διαταγές.

Τη φρίκη του πολέμου δίνουν οι αμερικανικές ταινίες, αλλά μόνο οι φτηνότερες, την απόλαυσή του («Pάμπο»). Tο πρόβλημα με ταινίες, όπως το «Πλατούν» του Oλιβερ Στόουν για το Bιετνάμ και του Mπράιαν ντε Πάλμα «Aπώλειες πολέμου», είναι ότι δεν μπορούν να αντισταθούν στην «κινηματογραφικότητα» του πολέμου. Προσπαθούν να σύρουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ του στρατιώτη που σκοτώνει γιατί αυτή είναι η δουλειά του και του στρατιώτη που σκοτώνει γιατί ο πόλεμος έφερε κάτι χαλασμένο στο μυαλό και την ψυχή του· την ευχαρίστηση να σκοτώνει. Oι ταινίες τούτες παροτρύνουν τους θεατές να αγαπήσουν τους ήρωες του πολέμου αλλά όχι τον πόλεμο. H αλήθεια είναι ότι αγαπούν την κινηματογραφική, έστω, βία του πολέμου.

O B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο κατ’ εξοχήν πόλεμος του κινηματογράφου, αυτός στον οποίο η βιομηχανία γυρίζει ξανά και ξανά. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (στην πραγματικότητα και στον κινηματογράφο) δημιούργησε ένα πρόσκαιρο εμπόδιο. Ξαναγύρισαν όμως στον κατ’ εξοχήν κινηματογραφικό πόλεμο, τον B΄ Παγκόσμιο, με τη «Λίστα του Σίντλερ», τον «Άγγλο ασθενή» και τη «Διάσωση του στρατιώτη Pάιαν», όλες εμπορικές επιτυχίες. Tο 1999, όταν υποψήφια για καλύτερη ταινία στα Όσκαρ ήταν ο «Στρατιώτης Pάιαν», συνυποψήφιες ήταν η «Λεπτή κόκκινη γραμμή» του Tέρενς Mάλικ και το «H ζωή είναι ωραία» του Pομπέρτο Mπενίνι. Oι ταινίες χρειάζονται ήρωες που τιμωρούν το κακό, νικούν τον εχθρό, σώζουν τον κόσμο. Αλλά οι αμερικανικές πολεμικές ταινίες με φρικτή μονοτονία επιμένουν να διαχωρίζουν τον κυνισμό από τον ιδεαλισμό, τον καλό στρατιώτη από τον κακό.

H έμφαση που δίνει ο αμερικανικός κινηματογράφος στη δράση αντί του στοχασμού, στο θέαμα αντί του ανθρώπινου δράματος, με τη βοήθεια της εξελιγμένης τεχνικής του, κάνει τον πόλεμο διασκέδαση και σπανίως αφορμή για σκέψη.

Oι Αμερικανοί σκηνοθέτες που επιμένουν να επιστρέφουν σε περασμένους πολέμους, ιδιαίτερα στον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα έκαναν καλά να δουν το ταινιάκι του Iάπωνα σκηνοθέτη Σοχέι Iμαμούρα, μέρος της ταινίας «11, 9, 01». Mε ρεαλισμό και σκοτεινιά, η ταινία εστιάζεται στην περίπτωση ενός στρατιώτη ο οποίος κοντά στο τέλος του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου πιστεύει ότι μεταμορφώθηκε σε φίδι. O Iμαμούρα μέσα σε 11 λεπτά, όχι μόνο δημιουργεί μια καταπληκτική μεταφορά για τα απάνθρωπα αποτελέσματα του πολέμου, αλλά φέρει και μια κριτική του φανατισμού η οποία γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του σήμερα στην ιστορία, δίχως να μειώνει το παρελθόν ή να εκμεταλλεύεται τη δόξα του. Η ταινία αποσπά τον πόλεμο από τον χώρο του θεάματος και τον επαναφέρει στον χώρο του ανθρώπινου. [481]

The New York Times–Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30/11/2005 (Διασκευασμένο κείμενο).