Όταν θέλησε ο ανθρωπολόγος Κλοντ-Λεβί Στρος να εξετάσει τη σχέση της φυλής Ναμπικάρα με τη γραφή, ήλθε αντιμέτωπος με μια εκπληκτική κωμωδία. Ενώ το σύνολο των ιθαγενών κοίταζε πώς θα μιμηθεί την πράξη, ο αρχηγός τους παρίστανε ότι είχε κατανοήσει τη γλώσσα του επιστήμονα κι επέμενε να επικοινωνεί μαζί του αποκλειστικά μέσω της γραφής. «Γι’ αυτούς δεν ήταν ένα εργαλείο γνώσης, μνήμης και συνεννόησης, αλλά μάλλον ένα πρόσθετο δείγμα γοήτρου και κύρους για το άτομο που την κατείχε, ένα λειτούργημα που έδινε πλεονεκτική θέση σ’ αυτόν που το ασκούσε απέναντι στους άλλους», γράφει ο Γάλλος επιστήμονας.

Φαίνεται ότι αυτή η πρωτόγονη ερμηνεία μιας νέας εφεύρεσης ακολουθείται με συνέπεια ώς σήμερα από το ανθρώπινο γένος. Και συνεχίζει ο ερευνητής: «Αυτοί που διαχώρισαν τη θέση τους από τον αρχηγό τους, όταν προσπάθησε να τους παίξει το παιχνίδι του πολιτισμού κατάλαβαν μ’ έναν ακαθόριστο τρόπο ότι το ψέμα είχε εισβάλει στη ζωή τους με το πρόσχημα της γραφής».

Αν στη θέση της εφεύρεσης τοποθετούσαμε την τηλεόραση, θα διαπιστώναμε ότι, παρ’ όλες τις συνετές και αθώες επιδιώξεις των εφευρετών, το μέσο δημιουργεί μοιραία και τους τρόπους υποδοχής του. Δεν συναντώνται σπάνια άνθρωποι που ενώ παρακολουθούν τηλεόραση, δηλώνουν ταυτόχρονα ότι τη φοβούνται.

Στην πραγματικότητα, οι αναλογίες της παραδοσιακής γραφής με την τηλεοπτική θα ισχύουν ακατάπαυστα ως προς τον τρόπο πρόσληψής τους. Όπως υποστηρίζει ο Πολ Βιριλιό, δεν υπάρχουν τώρα μόνον οι οργανικά αναλφάβητοι, αλλά και οι «αναλφάβητοι της εικόνας», μια μάζα πολιτών που αδυνατεί να κυριαρχήσει και να ερμηνεύσει την εικόνα, με αποτέλεσμα να διαιωνίζει την εξουσιαστική σχέση. Η αίσθηση του μηδαμινού κατατρύχει τους σύγχρονους ιθαγενείς, καθώς βρίσκονται υπό την ηγεμονία ενός τεχνολογικού μέσου, του οποίου τη λειτουργία αδυνατούν να κατανοήσουν. Επιπλέον, είναι τόσο διάχυτη η εξάπλωσή του, ώστε διαφεύγει από τη διάκρισή του σε καλό ή κακό. Νομιμοποιήθηκε παγκοσμίως σαν τη γραφή και θα παραμείνει, ακριβώς όπως και η γραφή, ως ένα ακόμη πλανητικό μέσο.

Όμως, είναι κοινός τόπος πια ότι, σε αντίθεση με την ανάγνωση ενός κειμένου, η τηλεθέαση λειτουργεί πιο εκβιαστικά πάνω στον θεατή. Χαίρεται και λυπάται με τα κατορθώματα και τον πόνο των άλλων, ακόμη κι όταν πρόκειται για πραγματικά γεγονότα. Ένας γνήσιος ηδονοβλεψίας, με αστείρευτα αποθέματα ανασφαλειών και φόβων, ο οποίος δοκιμάζει εκ του ασφαλούς, απομονωμένος, να ικανοποιήσει τις βιολογικές και κοινωνικές ανάγκες του.

Περιορίζοντας τη φαντασία και τα όρια του κόσμου του, νιώθει το χνώτο της κοινότητας να ζεσταίνει το κενό της ύπαρξής του. Έχει κοινωνικοποιηθεί μέσω της τηλεόρασης, έχει εν τέλει διαμορφώσει την κοσμοαντίληψή του διαβάζοντας (ή παριστάνοντας ότι γνωρίζει ανάγνωση, όπως ο αρχηγός των Ναμπικάρα) εικόνες.

Ο τηλεθεατής συχνά ενεργεί ενοχικά και οικτίρει τον εαυτό του, που επέτρεψε στην ακτινοβολία να τον γαλουχήσει, αλλά συνεχίζει μαζοχιστικά. Οι προσπάθειές του άλλωστε να απεξαρτηθεί κρίνονται μάταιες, καθώς στην αντίπερα όχθη βλέπει να αναπτύσσεται το σκοτάδι, αυτό που τόσο πολύ φοβάται στην οικιακή του μοναξιά. [465]

Μανώλης Ανδριωτάκης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ, 20/11/2001 (Διασκευασμένο κείμενο).