Ο άνθρωπος των γραμμάτων αρχίζει να παίζει ρόλο διανοουμένου με τη σύγχρονη έννοια, δηλαδή του ανθρώπου που επεμβαίνει με το κύρος του και την ευρυμάθειά του στον ευρύτερο χώρο του πνεύματος για να ασκήσει επιρροή στα κοινωνικά πράγματα, από τον Διαφωτισμό και έπειτα. Οι γάλλοι Εγκυκλοπαιδιστές τον 18ο αιώνα επιδιώκουν να παίξουν ρόλο κοινωνικών αναμορφωτών, μέσα από τις δημοσιεύσεις τους, απευθυνόμενοι σε ένα εγγράμματο κοινό. Περισσότερο ακόμη παρεμβαίνοντας υπέρ της απόδοσης της δικαιοσύνης όταν ένα άτομο έχει αδικηθεί και αιτία της αδικίας είναι η προκατάληψη και ο σκοταδισμός: αυτό έγινε με την «υπόθεση Καλάς» το 1765, όπου ο Βολταίρος έδωσε μάχη για να αποκατασταθεί η μνήμη του Καλάς που καταδικάστηκε και εκτελέστηκε για τη δολοφονία του γιου του, για την οποία δεν ήταν ένοχος, μόνο και μόνο επειδή ήταν προτεστάντης. Στην περίπτωση αυτή ο Βολταίρος παρεμβαίνει ωθώντας με όλο το βάρος της διασημότητάς του προς μία κατεύθυνση: την αποκατάσταση της αλήθειας έναντι του ψεύδους και της δικαιοσύνης έναντι της αδικίας.

Ο διανοούμενος υπηρετεί, με άλλα λόγια, καθολικές αξίες και όχι επί μέρους συμφέροντα ή πρόσωπα, και έχει συνείδηση της επιρροής που ασκεί μέσα στον δημόσιο χώρο του πνεύματος. Αυτός όμως ο χώρος έχει διαμορφωθεί με την παράλληλη ανάπτυξη των εμπειρικών επιστημών, των εμπορικών συναλλαγών και ενός αστικού πολιτισμού. Έτσι γεννήθηκε αυτό που ονομάστηκε «κοινωνία πολιτών», η οποία περιέχει και τον δημόσιο χώρο του πνεύματος, έναν ανοιχτό χώρο διακίνησης ιδεών μέσα από τον Τύπο. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν έχει πλέον ανάγκη να υπηρετεί ηγεμόνες ή να είναι ερημίτης-επαίτης. Ενεργεί αυτοδύναμα και δημόσια απευθυνόμενος στο κοινωνικό σύνολο, με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας που του παρέχει ο σύγχρονος πολιτισμός.

Οι νέες συνθήκες τού προσδίδουν δύναμη, αυτή η δύναμη όμως δεν συνίσταται στη δυνατότητα χειραγώγησης των μελών της κοινωνίας μέσα από μια υποτιθέμενα μαγική-προφητική ιδιότητα που έχει ο σοφός στις κλειστές κοινωνίες. Η δύναμη του σύγχρονου διανοουμένου προέρχεται από την ιδιότητά του ως δημιουργού αφηρημένων ιδεών σε μια κοινωνία όπου υπερτερούν οι απρόσωπες και αφηρημένες σχέσεις. Ο διανοούμενος είναι παραγωγός και κριτής αυτών των ιδεών, όχι ιδεολογικός πρωθιερέας τους. Μετατρέπεται όμως σ’ αυτόν όταν γίνεται πολιτικά στρατευμένος διανοούμενος, γυρεύοντας να βγει από την απομόνωση που υποτιθέμενα του επιβάλλει ο ρόλος του. Τότε είναι που άθελά του υποδουλώνεται σε ένα σύστημα και γίνεται κατεστημένος λειτουργός μιας ιδεολογίας μιας παράταξης ή εξουσίας.

Ο διανοούμενος οφείλει να παρεμβαίνει στα κοινά, χωρίς να τυφλώνεται από ιδεολογίες, να τάσσεται υπέρ της αλήθειας και εναντίον του ψεύδους, υπέρ της δικαιοσύνης και εναντίον της αδικίας και να έχει κριτική συνείδηση πάνω απ’ όλα. Η γενικευμένη αποδοχή αυτών των αρχών σήμερα επαναφέρει την επαγγελία του σύγχρονου διανοουμένου στο πρότυπο του Διαφωτισμού. Και αυτό αποτελεί άλλη μια «ρεβάνς» του ορθολογισμού και της ανοιχτής κοινωνίας επί του ανορθολογικού ρομαντισμού και των νοσταλγών της κλειστής κοινωνίας. [451]

Δημήτρης Δημητράκος, ΤΟ ΒΗΜΑ , 23/1/2000 (Διασκευασμένο κείμενο).