Υπάρχει μια κυρίαρχη τάση τα τελευταία χρόνια ‒με αφετηρίες στη διεθνή πρακτική και στους επικοινωνιακά ισχυρούς εισηγητές στον ντόπιο μικρόκοσμο του βιβλίου στη χώρα μας‒, που θεωρεί πως ο τρόπος ανάπτυξης της αναγνωστικής παιδείας περνά μέσα από το παιχνίδι. Η ανάπτυξη της αναγνωστικής παιδείας μέσω οργανωμένης καμπάνιας στις περιπτώσεις αυτές αναφέρεται βέβαια στα παιδιά και αφορά αποκλειστικά αυτά, είτε γιατί οι διαμορφωτές της επιλέγουν να μην ασχοληθούν με τους «δύσκολους» ενήλικες, είτε/και γιατί οι βάσεις τίθενται από την μικρή ηλικία.

Το φαινόμενο βασίζεται και ενισχύει παράλληλα φαινόμενα της ελληνικής κοινωνίας, η οποία τα τελευταία χρόνια φαίνεται να ανακαλύπτει, μέσω ενός καταναλωτικού πολιτιστικού μοντέλου, την αξία των πολλών «ερεθισμάτων» για τα παιδιά. Η βιομηχανία του θεάματος θησαυρίζει στοχεύοντας πολλαπλά τους μικρούς καταναλωτές των «ψυχαγωγικών» προϊόντων της και κυρίως στοχεύοντας στους πρόθυμους να προσφέρουν τα πάντα γονείς. Ειδικά προϊόντα για ειδικούς καταναλωτές, πλέγμα υπηρεσιών και αντικειμένων που συνοδεύουν ακόμη και τα πολιτιστικά έργα που τα αφορούν. Θα δει κανείς δυστυχείς μπαμπάδες και μαμάδες να σέρνουν τα βαριεστημένα και χορτασμένα παιδιά τους σε θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες ειδικές για παιδιά, ειδικότερες για αυτές τις ηλικίες, με εγγύηση ότι δεν θα βλάψουν την παιδική τους «ψυχολογία». Το ενδιαφέρον σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι συχνά υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στα πολιτιστικά ενδιαφέροντα ενηλίκων και ανηλίκων: συνήθως οι γονείς δεν θα δουν ούτε μία παράσταση για ενηλίκους, αλλά θα πάνε σε όλες τις παιδικές.

Καταναλωτικό προϊόν είναι και το βιβλίο. Στα βιβλιοπωλεία θα δεις βιβλία για αγόρια και κορίτσια, παιδιά και εφήβους, 1-3 ετών, 5-8, 10, 11-13 και ούτω καθεξής, κατά τα ήθη και τις αυθαίρετες ετικέτες των εκδοτών. Είναι κανόνας πλέον η ερώτηση που θα διατυπώσει ο ενήλικος καταναλωτής στον εργαζόμενο πωλητή ενός βιβλιοπωλείου: «θα ήθελα ένα βιβλίο για ένα τετράχρονο κοριτσάκι», «πρόκειται για ένα αγόρι 13 χρόνων που δεν διαβάζει πολύ, τι μου προτείνετε να του πάρω;». Η αναγνωστική φτώχεια αρχίζει πλέον να διαμορφώνει και την παραγωγή βιβλίων, αφού η κατανάλωση στρέφεται σε εντυπωσιακά, φανταστικά, πολύχρωμα προϊόντα με ρηχή ένταση (π.χ. Χάρυ Πότερ).

Δεν θα μπορούσαν ίσως οι βιβλιοθήκες να αντιταχθούν σε αυτά τα φαινόμενα, ακόμη και αν το ήθελαν, ακόμη και αν προσπαθούσαν κάπως αλλιώς να διαμορφώσουν τις καμπάνιες φιλαναγνωσίας στους ανήλικους αναγνώστες; Το φαινόμενο της ανάγνωσης έχει μπει γερά στα γρανάζια της κατανάλωσης ‒και ως προϊόν αντιμετωπίζεται από τους γονείς. Επομένως οι βιβλιοθήκες θα έπρεπε, αν ήθελαν να πετύχουν έναν διαφορετικό στόχο, να ασχοληθούν και με τους γονείς και με τους ανήλικους. Τούτο σημαίνει πως οι θεσμικοί φορείς του βιβλίου (μέσα σε αυτούς και οι βιβλιοθήκες) θα έπρεπε να συγκροτήσουν είτε μια συνολική πολιτική ανάγνωσης, είτε τη συνέχεια της αναγνωστικής τους καμπάνιας για τα δεκάχρονα παιδιά μας. [435]

Γιώργος Κατσαμάκης, Η ΑΥΓΗ, 20/7/2014 (Διασκευασμένο κείμενο).