Αυτές τις μέρες σιγομουρμουρίζω το «Money can’t buy me love» αν και δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Όλα τριγύρω διαλαλούν ότι η αγάπη προσφέρεται τυλιγμένη σε κορδέλες και χρωματιστά χαρτιά, ότι αυτό είναι το μέτρο της αξίας της. Κι αν η αγάπη εγγυάται πράγματι την ευτυχία, τότε, σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς, η ευτυχία συνδέεται με το εισόδημα. Μπορείς να κάνεις ευτυχισμένους εκείνους που αγαπάς προσφέροντάς τους δώρα. Αν δεν το κάνεις, γίνεσαι η ενσάρκωση του Αντίχριστου.

Κοντεύω να βυθιστώ στην αποχαύνωση των γιορτών, αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή διαβάζω, όλως τυχαίως, τις πολυσυζητημένες παραδόσεις του οικονομολόγου Pίτσαρντ Λέιαρντ γύρω από το χρήμα και την ευτυχία. Να κι ένας οικονομολόγος που θα μπορούσε να είναι ιερέας: πρεσβεύει ότι ο καπιταλισμός δεν είναι εγγύηση ευτυχίας, το αντίθετο μάλιστα. Σύμφωνα με τις έρευνες των φοιτητών του, οι άνθρωποι σήμερα ζουν και ταξιδεύουν περισσότερο, αλλά δεν είναι ευτυχέστεροι. Στα σχεδιαγράμματά του η καμπύλη της ευτυχίας είναι καθοδική μετά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, παρά τη συσσώρευση πλούτου.

Άραγε, είναι μετρήσιμη η ευτυχία; O Λέιαρντ μάς αποστομώνει: «H ευτυχία είναι σαν το θόρυβο, μετριέται σε ντεσιμπέλ». O πραγματισμός1 του δεν είναι σοφιστεία, υποστηρίζεται από μελέτες νευρολογίας. Λέει ότι «η ανθρώπινη δραστηριότητα και επιβίωση είναι αδύνατον να εξηγηθεί χωρίς την επιθυμία της ευτυχίας»· δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς μαζί του. Ό,τι κι αν λένε οι γκουρού της δυστυχίας ‒διάφοροι συγγραφείς και φιλόσοφοι που πρεσβεύουν ρητορικά ότι η ανθρώπινη μοίρα είναι ο πόνος‒ οι άνθρωποι ζουν με την ελπίδα ότι θα ευτυχήσουν.

Σύμφωνα με την έρευνα, λοιπόν, η δυστυχία πηγάζει από τη σύγκριση εισοδημάτων: συνήθως θέλουμε αντικείμενα και εμπειρίες επειδή κάποιος άλλος κομπάζει γι’ αυτές. O Λέιαρντ αναβαπτίζει το παλιό απόφθεγμα («Aν ένα παλάτι χτιστεί πλάι σ’ ένα σπίτι, τότε το σπίτι μοιάζει με καλύβα») και το κάνει να μοιάζει πιο σύγχρονο από ποτέ. Οι εκπομπές με τους κοσμικούς και τις τουαλέτες, τις οποίες όλα τα τηλεοπτικά κανάλια έχουν υιοθετήσει, είναι μια ύπουλη «πρόσκληση» στην «ευτυχία» των άλλων. Στα πάρτι, στα σπίτια τους, στα αυτοκίνητά τους. O Λέιαρντ, σαν ακριβοδίκαιος Άη Βασίλης, προτείνει να φορολογηθούν οι υψηλόμισθοι, σύμφωνα με τη δυστυχία που προκαλούν στους υπόλοιπους.

O Λέιαρντ οραματίζεται μια κοινωνία που δεν θα ωθεί τα μέλη της στον ανταγωνισμό, που θα εγγυάται ασφάλεια. Με την εξειδίκευσή του στο χώρο της εργασίας ζητάει από τους εργοδότες να μην ενθαρρύνουν τον ανταγωνισμό και να φέρονται με αβρότητα στους εργαζομένους. Μόνον έτσι μπορεί ν’ αλλάξει φορά η καμπύλη της ευτυχίας.

Φανταστείτε, λοιπόν, μια κυβέρνηση που να αγωνίζεται για την αύξηση της εθνικής ευτυχίας, όχι για τον εθνικό προϋπολογισμό. Ανθρώπους που θα έχουν χρόνο για την οικογένειά τους και δεν θα ξεπλένουν τις ενοχές με στοίβες δώρων. Και μια περιστολή της κενόδοξης2 επίδειξης πλούτου, με φορολόγηση της ματαιοδοξίας.

Ίσως ακούγεται πατερναλιστικό,3 αλλά ο Λέιαρντ χρησιμοποιεί στην ανάλυσή του το «δημόσιο καλό», έναν όρο που περιέπεσε σε δυσμένεια μετά τη δεκαετία του πενήντα, τότε που η καμπύλη της ευτυχίας πήρε την κατιούσα. Άραγε είναι συμπτωματικό; [483]

Aμάντα Mιχαλοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/12/2003 (Διασκευασμένο κείμενο).

 

  1. πραγματισμός: φιλοσοφική θεωρία που αρνείται την αντικειμενικότητα της αλήθειας και υποστηρίζει ότι αληθινό είναι μόνο αυτό που είναι πρακτικά ωφέλιμο στη ζωή.
  2. καινόδοξης: ματαιόδοξης
  3. πατερναλισμός: η πολιτική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο πολιτικός ηγέτης πρέπει να παίρνει αποφάσεις «για το καλό» των πολιτών, ακόμη κι αν αυτοί διαφωνούν. Ο πατερναλισμός  (από τη λέξη pater = πατήρ) βασίζεται στο πρότυπο της πατριαρχικής οικογένειας, όπου ο πατέρας θεωρεί τα παιδιά ανώριμα να κατανοήσουν τι είναι σωστό και τι όχι.