Ανοίγεται αίφνης μια άβυσσος. Ο κόσμος δεν προσφέρει πια ένα σίγουρο έδαφος, ούτε στέγη ούτε προστασία. Και δεν υπάρχει διαφυγή. Ο φόβος αγκαλιάζει το θύμα του. Δεν είναι ο άνθρωπος που έχει φόβο, αλλά ο φόβος που τον κατέχει. Το αποφασιστικό δεν είναι αν είναι πραγματικά κλεισμένος σ’ ένα κελί. Όπου απλώνεται ο φόβος, ο κόσμος συρρικνώνεται στο άμεσο περιβάλλον. Ο κυριευμένος από το φόβο είναι δεμένος στο σημείο όπου βρίσκεται, θέλει να ξεφύγει από τον κίνδυνο, αλλά δεν μπορεί. Η ορμή της φυγής είναι μπλοκαρισμένη. Γιατί ο φόβος δεν είναι τίποτε άλλο απ’ αυτόν τον ανταγωνισμό μεταξύ παράλυσης και φυγής. Αυτός αλυσοδένει τον άνθρωπο και φέρνει το χάος μέσα του. Τρικλίζει, τον πιάνει ζάλη, ο κόσμος έχει αποδιαρθρωθεί, η τάξη των πραγμάτων έχει σπάσει. Τα χέρια αδράχνουν γύρω-γύρω στα τυφλά, για να βρουν κάπου ένα σημείο να πιαστούν. Όμως, όσο πιο δυνατή η προσπάθεια τόσο πιο κακή η στήριξη. Επειδή ο φόβος δεν μπορεί πια να στραφεί προς τα έξω, ρίχνει το θύμα του πίσω στον εαυτό του. Μπλοκάρει την ορμή του για κίνηση, την ώθηση για φυγή. Το σώμα τρέμει, τυλίγεται επειδή θέλει να ξεφύγει. Ο φόβος είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα ψυχικό συναίσθημα, το κακό σείει το σώμα, του προκαλεί σπασμό.

Ο φόβος δένει τον άνθρωπο στο εδώ και τώρα. Δεν υπάρχει κάτι πέρα από το φόβο. Ο χρόνος συρρικνώνεται στο τώρα. Οι γνώσεις και οι εμπειρίες απαξιώνονται, μόνο ράκη αναμνήσεων περνούν γρήγορα απ’ το μυαλό, οι ελπίδες έχουν εξαλειφτεί. Ο φόβος δεν είναι ένα αρνητικό συναίσθημα προσδοκίας. Οι προσδοκίες στρέφονται στο μέλλον. Όμως στο φόβο η κατεύθυνση του χρόνου αντιστρέφεται. Ο κίνδυνος επιτίθεται στον άνθρωπο, του κλέβει τον αέρα, τον καταπίνει. Όσον αφορά τις προσδοκίες, λείπει η αναγκαία απόσταση. Το μέλλον εκμηδενίζεται. Γιατί ο φόβος στενεύει το πεδίο αντίληψης· ανέχεται μόνο φευγαλέες αντιδράσεις, μέχρι να σταματήσουν κι αυτές. Η συνέχεια του χρόνου διαλύεται. Η αλληλουχία των συμβάντων ‒το αίτιο, η προέλευση και η κατεύθυνση του κινδύνου‒ δεν μπορούν να καθοριστούν. Ο φόβος ρίχνει τον άνθρωπο στην αβεβαιότητα, και η αβεβαιότητα αυξάνει το φόβο του. Η σταθερότητα του κόσμου, αυτό το θεμέλιο κάθε εμπιστοσύνης και δράσης, έχει καταργηθεί. Η απειλή είναι ασύλληπτη, αλλά πανταχού παρούσα. Περιβάλλει τον άνθρωπο απ’ όλες τις πλευρές. Ο φόβος χάνει τη βιολογική του σκοπιμότητα, δεν είναι πια φόβος για κάτι. Εκρήγνυται σε πανικό.

Η ψυχή δημιουργεί μια προστατευτική ασπίδα απέναντι στην εξωτερική πραγματικότητα ή και απέναντι στον εσωτερικό κόσμο των συναισθημάτων. Στην πρώτη περίπτωση, ο άνθρωπος εισέρχεται σε ένα είδος λυκόφωτος. Η αισθητηριακή αντίληψη θολώνει, ο ορίζοντας στενεύει ριζικά, συμπεριφέρεται σαν αναισθητοποιημένο μηχανικό ον, αντανακλαστικά, σαν να βρίσκεται σε μια κατάσταση ύπνωσης. Η αναφορά στον κόσμο διακόπτεται. Ο άνθρωπος συνεχίζει το δρόμο του στα τυφλά ‒μερικές φορές κατευθείαν προς τον θανάσιμο κίνδυνο. Στη δεύτερη περίπτωση, ο οργανισμός στεγανοποιείται προς τα μέσα. Τα συναισθήματα παραλύουν, η απάθεια και η αταραξία εξαλείφουν τη θυελλώδη κίνηση της φυγής ή της επίθεσης. Ο άνθρωπος δεν νιώθει πια τρόμο και φόβο, η ψυχή είναι σαν σκοτωμένη. Αυτή η κατάσταση μπορεί να διακοπεί από επεισόδια ξαφνικής εγρήγορσης. Τότε βλέπει κανείς ξεκάθαρα τι συμβαίνει, το πλησίασμα του κινδύνου, τις οπές των όπλων, τα τραυματισμένα σώματα λίγα βήματα πιο κάτω, το αίμα που πετάγεται απ’ την πληγή. Όμως όσο κοντινή κι αν είναι η βία, δεν φτάνει στο άτομο. Αν και είναι άμεσα μπροστά στα μάτια του, φαντάζει μη πραγματική. Συμβαίνει μακριά, σαν σε μια σκηνή. Η πραγματικότητα είναι αποχωρισμένη από κάθε διέγερση, δεν αφορά πια τον άνθρωπο. Αυτός βρίσκεται πέρα από τον εαυτό του, πέρα από την κατάσταση, δεν βρίσκεται πια εντός του κόσμου. [586]

Βόλφγκανγκ Σόσκι (Wolfgang Sofski): Πραγματεία περί της βίας, ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ, Αθήνα, 1998 (Διασκευασμένο κείμενο).