Ο Τζόρτζ Ρίτζερ, στο κλασικό πλέον πόνημα «Η μακντοναλντοποίηση της κοινωνίας» (The macdonaldization of society) μιλάει για τις τρεις κυρίαρχες αξίες που καθορίζουν τον πολιτισμό του φαστ φουντ: «Ταχύτητα, μετρησιμότητα, αποδοτικότητα». Από τη Βιομηχανική Επανάσταση και μετά, η ταχύτητα υπήρξε πάντα το καθοριστικό ζητούμενο, όχι μόνο στις σχέσεις παραγωγής, αλλά και στις μεταφορές και την επικοινωνία. Ταχύτερα αυτοκίνητα, ταχύτεροι υπολογιστές, πιο γρήγορη ανταλλαγή μηνυμάτων, ταχύτερη πληροφόρηση, πιο γρήγοροι ρυθμοί ζωής.

Ίσως το αυτοκίνητο είναι το ιδανικό σύμβολο για όλα όσα πάνε στραβά με τη λεγόμενη «κουλτούρα της ταχύτητας»: σχεδιασμένα για να υπηρετούν, να τρέχουν και να μαρσάρουν, κατέληξαν να αγκομαχούν με ρυθμούς χελώνας, κάθε χρόνο και πιο αργά. Η μείωση της ταχύτητάς τους είναι αντιστρόφως ανάλογη με την αύξηση του στόλου των αυτοκινήτων και ακολουθεί σταθερά τη μείωση των επιβατών ανά όχημα. Ίσως, όπως ο παλαιός μύθος του λαγού με τη χελώνα, η υιοθέτηση ενός πιο «αργού» μοντέλου ζωής, να αποδειχθεί σε τελική ανάλυση πιο γρήγορο, πιο αποτελεσματικό από την αγχώδη ανάλωση της ταχείας καύσης. Το «σπεύδε βραδέως» αντιτάσσεται ως αντίπαλο δέος στη «μακντοναλντοποίηση» και στο θρίαμβο της ταχύτητας. Και μάλιστα οι οπαδοί ενός πιο αποστασιοποιημένου και αργού τρόπου ζωής μοιάζουν να κερδίζουν έδαφος παγκοσμίως.

Τουλάχιστον αυτό διαφαίνεται από την εξάπλωση οργανώσεων όπως η «Slow Food», που προσμετρά πάνω από 66.000 σε όλο τον κόσμο και δεν υποστηρίζει απλώς το αργό μαγείρεμα ενάντια στο φαστ φουντ, αλλά διεκδικεί γενικότερα το δικαίωμα στη ράθυμη απόλαυση και την ήρεμη ζωή, κόντρα στη βουλιμική κατανάλωση και τον αγχώδη βίο. Το διεθνές πλέον κίνημα του «Slow Food» έχει ήδη μετεξελιχθεί στην κίνηση «Slow Cities», καθώς 33 ιταλικές πόλεις κινούνται με τους ρυθμούς της βραδύτητας: απαγόρευση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων στο κέντρο της πόλης (με το σκεπτικό ότι «η κίνηση είναι προπάτορας του άγχους»), ενίσχυση των τοπικών προϊόντων και της βιολογικής καλλιέργειας (κόντρα στα «παγκοσμιοποιημένα», μεταλλαγμένα τρόφιμα) και φυσικά διοργάνωση μακρόσυρτων φεστιβάλ, συμποσίων και ομαδικών γευμάτων, όπου οι συνδαιτυμόνες απολαμβάνουν το αντίθετο του «φαστ φουντ».

Η ευρωπαϊκή απάντηση στην κουλτούρα της αδιάκοπης εργασίας είναι η εβδομάδα των 35 ωρών (που εφαρμόζεται ήδη στη Γαλλία), μεγαλύτερες διακοπές και συχνότερες άδειες, ακόμα και περιοριστικά μέτρα για τη λειτουργία καταστημάτων και επιχειρήσεων.

Ωραία όλα αυτά, θα έλεγε ένας δύσπιστος, όμως το μειωμένο ωράριο και η προσωρινή εργασία δεν είναι η απάντηση στην εξοντωτική δουλειά και τις υπερωρίες, αλλά το απαραίτητο συμπλήρωμά τους. Με τον ίδιο τρόπο που τα οικολογικά προϊόντα για τους λίγους και εκλεκτούς δεν είναι η απάντηση στα μεταλλαγμένα τρόφιμα, αλλά το άλλοθι για την εξάπλωσή τους. [411]

Αφροδίτη Πολίτη, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ, 7/8/2001 (Διασκευασμένο κείμενο).