Πολλά ακούγονται κι άλλα τόσα καταγγέλλονται για την υπερβολική χρήση της επικοινωνίας ως μέσου προβολής πολιτικών προσώπων και κομματικών επιδιώξεων. Πολλοί επιμένουν πως η χρήση της επικοινωνίας σκεπάζει την πολιτική. Και πως κινδυνεύει ο τόπος να κυλήσει σε φαινόμενα «αφυδάτωσης» του πολιτικού λόγου και μετατροπής της πολιτικής ζωής σε ρηχό θέαμα. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις κινδυνεύουν να μετατραπούν σε Χολιγουντιανό σόου σκηνοθετημένων θεματικών «συγκρούσεων», δίχως ουσία και πραγματικό περιεχόμενο.

Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί όμως δείχνουν να αγνοούν μια ουσιαστική λεπτομέρεια που έχει να κάνει με την εποχή που διανύουμε. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας των επικοινωνιών, η κάθε πολιτική απόφαση και ανταλλαγή δεν εμπλέκει όπως παλιά τους φορείς που αφορά η συγκεκριμένη πράξη. Κάποιο κυβερνητικό τμήμα προωθεί αποφάσεις που αφορούν συγκεκριμένες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες. Οι επιπτώσεις όμως της απόφασης δεν περιορίζονται στις ομάδες αυτές. Διότι, εκμεταλλευόμενοι τα μέσα επικοινωνίας οι θιγόμενοι από τις σχετικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες, επιχειρούν να κινητοποιήσουν ευρύτερα λαϊκά στρώματα πίσω από τις δικές τους επιδιώξεις. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αξιοποιούνται, ώστε τα στενά συμφέροντα μιας μικρής κοινωνικής ομάδας να αναδειχθούν, να ευαισθητοποιηθούν ευρύτερες μάζες και να προστρέξουν σε συμπαράσταση τους.

Κατά συνέπεια, η επικοινωνία δεν είναι μέσον αλλά ουσία. Και δεν είναι δυνατόν να απουσιάζει από καμία εκδήλωση της πολιτικής, Στην εποχή μας, δίχως επικοινωνία δεν υπάρχει πολιτική. Εφόσον αυτή συνιστά τη μέθοδο με την οποία εξασφαλίζεται η συμμετοχή του κόσμου στην εξέλιξη των πραγμάτων και στην υποστήριξη ή άρνηση των πολιτικών επιλογών και πρωτοβουλιών.

Κυρίαρχο ρόλο σε κάθε είδος μοντέρνας διακυβέρνησης καταλαμβάνει η λεγόμενη «στρατηγική επικοινωνία». Λέγοντας «στρατηγική» εννοούμε τη μέθοδο επικοινωνίας που ενσωματώνει σε κάθε πρακτική και καθημερινή κίνηση πολιτικής ‒δηλαδή σε κάθε μήνυμα, κάθε εικόνα και κάθε εντύπωση‒ το γενικότερο ιδεολογικό και πολιτικό προφίλ και τις στρατηγικές επιδιώξεις του φορέα (κυβέρνησης ή κόμματος) που τις εκπέμπει. Από την άλλη, με τον όρο «επικοινωνία» εννοούμε την τεχνική της επεξεργασίας των κατάλληλων μηνυμάτων που εκπέμπονται προς συγκεκριμένους παραλήπτες, με στόχο τη διάδοση χρήσιμης ‒για τον πομπό‒ γνώσης.

Με τον τρόπο αυτό, η πρόσληψη παραστάσεων δημιουργεί τη δική της πολιτική πραγματικότητα. Διότι αυτή, η πραγματικότητα, παρουσιάζεται μεταβαλλόμενη, ενσωματωμένη στη συνείδηση του κόσμου και επηρεαζόμενη από τις μεταβολές στον ψυχισμό και τις διαθέσεις του. Αν ο κόσμος γεμίσει με αισιοδοξία, τότε και η πραγματικότητα φαντάζει ρόδινη και δυναμική. Όταν ο κόσμος απογοητεύεται, τότε και οι παραστάσεις για τον γύρω κόσμο πλημμυρίζουν άρνηση και μηδενισμό. Με άλλα λόγια, η επικοινωνία στην εποχή των τεχνολογιών της πληροφορίας αποτελεί από μόνη της ουσία. Εισάγει έτσι με δυναμισμό το καινούργιο ανατρέποντας συνήθειες, αρχές και προκαταλήψεις. Η επικοινωνία προηγείται μερικές φορές της πολιτικής. Διότι προετοιμάζει το ψυχολογικό υπόστρωμα για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων και ριζικών αλλαγών.

Δεν χωρίζεται λοιπόν η πολιτική από την επικοινωνία. Και είναι λαθεμένες οι εκτιμήσεις πως η πολιτική μετατρέπεται σε επικοινωνία, με την έννοια πως μένει κενή περιεχομένου. Δεν μπορεί σήμερα να υπάρξει πολιτική χωρίς επικοινωνία. Και στην πραγματικότητα, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η επικοινωνία συνιστά την ουσία της πολιτικής. [480]

Ανδρέας Ανδριανόπουλος, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 25/1/2004 (Διασκευασμένο κείμενο).